ἀγλαός

ἀγλαός
Grammatical information: adj.
Meaning: `splendid, beautiful, famous' (Il.; υἱός). (The Cretan and Cyprian gloss ἀγλαόν γλαφυρόν is acc. to Leumann Hom. Wörter 272 A. 18 due to misunderstanding of Homeric uses.)
Derivatives: ἀγλαΐα `splendour, beauty' (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Prob. from *ἀγλαϜός. Connected with γαλήνη, ἀγάλλομαι (Szemerényi, Syncope 155), or to ἀγανός, ἀγαυός. All very difficult and rather improbable.
Page in Frisk: 1,12

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀγλαός — splendid masc nom sg ἀγλαός splendid masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγλαός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγλαός — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γεωργός από την Ψωφίδα της Αρκαδίας. To Μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε ευτυχέστερο από τον πάμπλουτο βασιλιά των Λυδών Κροίσο, γιατί ενώ όλη του η περιουσία ήταν ένα μικρό χωράφι, ζούσε ευτυχισμένος από τα προϊόντα… …   Dictionary of Greek

  • ἀγλαά — ἀγλαός splendid neut nom/voc/acc pl ἀγλαά̱ , ἀγλαός splendid fem nom/voc/acc dual ἀγλαά̱ , ἀγλαός splendid fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀγλαός splendid neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαόν — ἀγλαός splendid masc acc sg ἀγλαός splendid neut nom/voc/acc sg ἀγλαός splendid masc/fem acc sg ἀγλαός splendid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαῶν — ἀγλαός splendid fem gen pl ἀγλαός splendid masc/neut gen pl ἀγλαός splendid masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαοῖς — ἀγλαός splendid masc/neut dat pl ἀγλαός splendid masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαοί — ἀγλαός splendid masc nom/voc pl ἀγλαός splendid masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαοῦ — ἀγλαός splendid masc/neut gen sg ἀγλαός splendid masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαούς — ἀγλαός splendid masc acc pl ἀγλαός splendid masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλαέ — ἀγλαός splendid masc voc sg ἀγλαός splendid masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.